Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ντιουκ Έλινγκτον - Duke Ellington

Ντιουκ Έλινγκτον - Duke Ellington

(29/4/1899 – 24/5/1974)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΝΤΙΟΥΚ ΕΛΛΙΝΓΚΤΟΝ (Duke Ellington)
Κυριακή, 27 Φεβρουάριος 2011 14:38

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΤΙΟΥΚ ΕΛΛΙΝΓΚΤΟΝ (Duke Ellington)

        Το πλήρες όνομά του Ellington ήταν, Έντουαρντ Κέννεντι Έλλινγκτον (Edward Kennedy Ellington). Υιοθέτησε το Duke (Δούκας) αφού έτσι τον αποκαλούσαν λόγο της ευγενικής συμπεριφοράς του. Γεννημένος στις 23 Απριλίου του 1889 σε μια μεσοαστική οικογένεια στην Ουάσινγκτον, άρχισε από πολύ μικρός (σε ηλικία επτά ετών) μαθήματα πιάνου με την παρότρυνση των γονιών του, που αν και δεν ήταν επαγγελματίες πιανίστες είχαν μια μουσική κατάρτιση. Στην οικογένειά του Έλλινκτον δε θα βρούμε το παραμικρό συναίσθημα κοινωνικής αδικίας, έτσι οι ιδέες για εξέγερση, διεκδίκηση δικαιωμάτων κτλ. απουσίαζαν. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Ντιούκ να υμνήσει την αφροαμερικάνικη κουλτούρα, δυσαρεστημένος από το ρατσισμό και τον αμερικάνικο συντηρητισμό.
Ο πατέρας του δούλευε σερβιτόρος στον Λευκό Οίκο για ένα διάστημα προτού προσληφθεί από το πολεμικό ναυτικό σαν σχεδιαστής. Η μητέρα του μεγάλωσε τον γιο της και την κόρη της Ρουθ (δεκαέξι χρόνια νεώτερη του Ντιούκ) μέσα σε ένα κλίμα θρησκευτικής ευλάβειας και πίστη στα αμερικάνικα ιδεώδη. Οι Έλινγκτον έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους προκειμένου τα παιδιά τους να πετύχουν στη ζωή. Έτσι ο νεαρός Εντουάρντ Κένεντι από το 1914 ως το 1917 μαθήτευσε στο γυμνάσιο Άρμστρονγκ, ένα από τα καλύτερα σχολεία για Μαύρους στην πρωτεύουσα – και στη συνέχεια στη σχολή καλών τεχνών, όπου διακρίθηκε σε έναν διαγωνισμό ζωγραφικής. Εγκατέλειψε όμως την ιδέα να γίνει ζωγράφος και ενώ αρχικά ο ίδιος πίστευε πως δεν έχει ταλέντο στη μουσική, η παρακολούθηση όμως συναυλιών τον έκανε να πάρει στα σοβαρά τα μαθήματα πιάνου που έκανε και να ασχοληθεί αποκλειστικά με αυτά εγκαταλείποντας τη σχολή τρις μήνες πριν από την αποφοίτησή του. Έτσι το 1917 άρχισε να εργάζεται ως πιανίστας σε μαγαζιά της Ουάσιγκτον, σχηματίζοντας προς το τέλος της χρονιάς και το πρώτο του γκρουπ το The Duke's Serenaders, για να φτιάξει στη συνέχεια τη δική του ορχήστρα, τους Ουασιγκτόνιανς (Ντιούκ Έλιγκτον πιάνο, Ότο Τόμπι Χαρντγουικ σαξόφωνο, Άρθουρ Γουέτσολ τρομπέτα, Έλμερ Σνόουντεν μπάντζο και Σόνι Γκριρ ντραμς) κάνοντας εμφανίσεις στα κλαμπ της πρωτεύουσας. Το Φεβρουάριο του 1924 ταξίδεψαν στη Νέα Υόρκη μετά την αντικατάσταση του Σνόουντεν από τον Φρεντ Γκάι. Το σχήμα προσελήφθη αρχικά στο Χόλυγουντ Κλαμπ, ένα καμπαρέ του Μπρόντγουεϊ, που στη συνέχεια ονομάστηκε Κεντάκυ Κλαμπ.

        Τα πέντε χρόνια που πέρασαν στο Κεντάκυ Κλαμπ σημάδεψαν τα πρώτα σημαντικά βήματα της ζωής του Ντιούκ Έλινγκτον. Όμως ο Φλέτσερ Χέντερσον κι ο ενορχηστρωτής του, ο Ντον Ρέντμαν αναστάτωσαν τον κόσμο της τζαζ δίνοντας στα μέρη της ορχήστρας το ρόλο που μέχρι τότε είχαν οι μουσικοί της Νέας Ορλεάνης δηλαδή τον ομαδικό αυτοσχεδιασμό. Στη συνέχεια χάρη στον μάνατζερ του Έλινγκτον Ίβριν Μιλς, οι Ουασιγκτόνιανς προσλαμβάνονται στο Κότον Κλαμπ (Cotton Club). Από τις 4 Δεκεμβρίου του 1927 που το σχήμα μετονομάζεται σε Κότον Κλαμπ Όρκεστρα και πρωτοπαρουσιάζεται στη σκηνή του κλαμπ του Χάρλεμ, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’30 ο Ντιούκ Έλινγκτον και οι μουσικοί του επιβάλουν μια μουσική πλούσια, αισθησιακή και εξωτική και κατακτούν το κοινό που όλο και μεγαλώνει χάρη στις ζωντανές ραδιοφωνικές αναμεταδόσεις από το κλαμπ.

        Το 1939 διακόπτει τη συνεργασία του με τον μάνατζερ Ίβριν Μιλς και προσλαμβάνει καινούργιους μουσικούς: Ενορχηστρωτή τον Μπίλι Στρέιχορν, τον μπασίστα Τζίμι Μπλάντον, και τον σαξοφωνίστα Μπεν Γουέμπστερ. Έχει έρθει η στιγμή που ο Ντιούκ Έλινγκτον θα κάνει την αποφασιστική στροφή προς το σουίνγκ. Το σαγηνευτικό κλίμα του παρελθόντος είναι παρόν στις ηχογραφήσεις που γίνονται τη δεκαετία του ’40 και μέχρι τα μέσα της επόμενης αλλά οι εκτελέσεις των κομματιών βασίζονται πιο πολύ πάνω στο ρυθμό. Είναι η εποχή που ο Ντιούκ Έλινγκτον και το σχήμα του συναγωνίζονται τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής του σουίνγκ, τον Κάουντ Μπέιζι και τον Μπένι Γκούντμαν .

        Το σουίνγκ όμως δεν είναι αρκετό για να ικανοποιήσει έναν καινοτόμο και δημιουργικό συνθέτη όπως ο Έλινγκτον που ένιωθε την ανάγκη να εκφραστεί πέρα από τα τρία λεπτά που διαρκούσε τότε ένας δίσκος. Έτσι στις 23 Ιανουαρίου του 1943 παρουσιάζει στο Κάρνεγκι Χωλ τη σουίτα του “Black, Brown and Beige”. Το γεγονός είναι σημαντικό. Το έργο που διαρκεί πάνω από μια ώρα, ακολουθεί την πορεία της αφροαμερικάνικης κοινότητας από τα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς μέχρι τους πυρετώδεις ρυθμούς του Χάρλεμ. Πέρα από αυτό είναι η πρώτη φορά που μια μαύρη ορχήστρα εμφανίζεται στην πιο γνωστή αίθουσα συναυλιών της Αμερικής.

        Το “Black, Brown and Beige”, και μια σειρά από ολόκληρες σουίτες θ’ αυξήσουν την ακτινοβολία του και θ’ αναδείξουν την αυθεντικότητα του συνθέτη Έλινγκτον. Παρά το γεγονός ότι η αδικία, η μισαλλοδοξία και η υποκρισία που κόστισαν τόσο πόνο στην κοινότητά του τον εξοργίζουν, είναι βαθύτατα πεισμένος ότι ο διάλογος είναι εφικτός και απαραίτητος μεταξύ των ανθρώπων που ζουν στην Αμερική. Όντας ανεξάρτητος καλλιτέχνης ο Ντιούκ Έλινγκτον, θεωρεί παραπλανητικές τις διαμάχες μεταξύ των υπερασπιστών της παράδοσης και των οπαδών της σύγχρονης τζαζ, όπως το πιστοποιεί με το έργο του “Controversial Suite”. Όπως οι κλασικοί συνθέτες των περασμένων αιώνων, έτσι και ο Έλινγκτον θεωρεί πως η μουσική θα πρέπει να εξανθρωπίζει τον άνθρωπο και να υπηρετεί τον Θεό. Το “Sacret Concert”, το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στον καθεδρικό ναό του Σαν Φρανσίσκο στις 16 Σεπτεμβρίου του 1965, αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

        Στη διάρκεια του ’60 ο Έλινγκτον θα πολλαπλασιάσει τις συνεργασίες του με διάφορους μουσικούς της τζαζ, ανεξαρτήτως σχολής. Ο θάνατος του Μπίλι Στρέιχορν και του Τζόνι Χότζες θα τον επηρεάσουν βαθιά, αλλά και θα τον ωθήσουν να συνθέτει και να εμφανίζεται σε όλα τα μέρη του κόσμου με πιο εντατικούς ρυθμούς. Το 1973 πληροφορείται ότι πάσχει από καρκίνο των πνευμόνων, εντατικοποιεί τους ρυθμούς του ακόμη περισσότερο: παρουσιάζει το “Third Sacret Concert” στο αβαείο του Γουεστμίνστερ και ξεκινάει μια ευρωπαϊκή περιοδεία. Ο δημιουργός που τόσα πρόσφερε στην μαύρη κοινότητα και την τζαζ έσβησε στις 24 Μαΐου του 1974, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο.

        Το 1999 ήταν το έτος του Duke Ellington αφού τον Απρίλιο συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή του, γεγονός που γιορτάστηκε με εκδόσεις (δισκογραφικές και άλλες), εργασίες και βέβαια πολύ μουσική, έτσι όπως ακριβώς άξιζε στο Μεγάλο Δούκα και στη μουσική του που διαπνέει και διαπερνά όλο το μουσικό στερέωμα του 20ου αιώνα.

        Ένας πολύ ισχυρός δεσμός – εν πολλοίς απροσδιόριστος και αδιευκρίνιστος – ένωνε την ζωή του Duke Ellington και του Billy Strayhorn, σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά ενοποίησε τους δύο άντρες για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Όλοι αναφέρονται στον Billy Strayhorn ως το “alter ego” του Duke ίσως όμως ο πιο πετυχημένος παραλληλισμός είναι αυτός του Clark Kent με τον Superman… Οι κριτικοί και οι συγγραφείς της τζαζ έχουν σταθεί κυρίως στο καλλιτεχνικό δεσμό του Duke με τον Strayhorn, που ξεκίνησε το 1938 και κράτησε ως τον θάνατο του Billy Strayhorn, 1967. Δεν είναι τυχαίο που αυτή η περίοδος συμβαδίζει με την πιο δημιουργική φάση του Duke – ειδικά στο ξεκίνημα της – όπως δεν είναι τυχαίο που μετά τον θάνατο του Strayhorn, ο Ellington στράφηκε κυρίως προς την ιερή φύση της μουσικής , καλλιεργώντας μια δική του γλώσσα προσευχής (και, ως γνωστόν, ο άνθρωπος προσεύχεται πραγματικά μόνο σε ώρες απόλυτης μοναξιάς)… Καλλιτεχνικά η σχέση Ellington – Strayhorn σφραγίζεται από μια σειρά αριστουργημάτων: “Take The A Train”, “Satin Doll”, “Chelsea Bridge” για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα κομμάτια που έγραψαν ιστορία, ή σουίτες όπως “Such Sweet Thunder”… μόνο τα λόγια του ίδιου του Duke (όπως αναφέρονται στην αυτοβιογραφία του, “Music Is My Mistress”) μπορούν να εξηγήσουν πραγματικά τη σχέση τους: “Δεν ήταν, όπως πολύ συχνά πολλοί αναφέρουν το “άλλο εγώ” μου. Ο Billy Strayhorn ήταν το δεξί μου χέρι, το αριστερό μου χέρι, τα μάτια στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου, τα κύματα του εγκεφάλου μου στο κεφάλι του, και τα δικά του στο δικό μου”. Απόλυτα σαφής περιγραφή μιας πραγματικής σχέσης αγάπης που οι παράμετροί της και οι λεπτομέρειές της δεν έχουν και τόση σημασία. Ο Ellington αγαπούσε βαθιά τον Strayhorn, τόσο βαθιά όσο δεν αγάπησε ποτέ γυναίκα – εκτός από τη μάνα του και την αδερφή του. Όσο και αν φαινομενικά έδειχναν μια αντιθετική εικόνα (ο Ellington ψηλός εξουσιαστικός, μαέστρος και μπίζνεσμαν, με μια βασιλική αύρα – γεμάτη ειρωνεία όμως – να τον περιτυλίγει, ο Strayhorn κοντός και λιγομίλητος, εργατικός σε βαθμό που να επισκιάζεται πλήρως, με λεπτούς τρόπους και γούστο) οι δυο τους λειτούργησαν τόσο αλληλοσυμπληρωματικά που ήταν σχεδόν αδύνατο – ακόμα και για τους ίδιους – να ξεκαθαριστεί τι ακριβώς έχει γράψει ο καθένας. Συνεπώς τα συνθετικά credits που συνοδεύουν τα κομμάτια της σχεδόν 30χρονης συνεργασίας τους μάλλον τυπικά πρέπει να θεωρούνται…

        Εδώ που τα λέμε, τι ανάγκη είχε ο Ellington από έναν σπουδαίο πιανίστα, συνθέτη και ενορχηστρωτή δίπλα του; Ο ίδιος ήταν σπουδαίος, έτσι κι αλλιώς – το είχε αποδείξει στην πορεία του μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30, γράφοντας εκπληκτικά κομμάτια ((π.χ. “Mood Indido”, “Solitude”, “Sophisticated Lady”) ή προσπαθώντας να επεκτείνει τη φόρμα με ολοκληρωμένες συνθέσεις (“Creole Rhapsody”, “Reminiscing In Tempo”) έχοντας ήδη θέσει τις βάσεις για να είναι ένας από τους μεγαλύτερους Αμερικανούς συνθέτες όλων των εποχών… Όμως, η γνωριμία του το 1938 με τον 23χρονο ταλαντούχο, μορφωμένο και εξόχως σοφιστικέ Billy Strayhorn τον έβαλε σε ένα άλλο δημιουργικό λούκι που πολύ σύντομα έφερε μια νέα ποιότητα – και το κορυφαίο διαχρονικό σουξέ της ορχήστρας, το “Take The A Train”, ήταν το πρώτο δείγμα της. Και ο Strayhorn βρήκε ένα πραγματικό καταφύγιο μέσα σ’ αυτή τη σχέση – μέχρι τότε, το ότι ήταν μαύρος κατ’ αρχάς και ομοφυλόφιλος κατά δεύτερο λόγο ήσαν αρκετά για να εμποδίσουν να μπει στα κυκλώματα της “σοβαρής” μουσικής, προς τα οποία έτεινε. Συνθετικά, η παρουσία του Strayhorn βοήθησε τον Duke να αναπτύξει το γούστο του προς αυτή την κατεύθυνση – αλλά και όλες τις άλλες ποιότητές του. Και ο Billy Strayhorn δεν θα αντάλλασε αυτή την ασφάλεια που ένιωθε κοντά στον Duke με τίποτα στον κόσμο.

        “Η σύμφωνη γνώμη του με έκανε να βγαίνω έξω οπλισμένος, αντί να πηγαίνω ξυπόλυτος στ’ αγκάθια”, έλεγε ο Ellington. “Είχαμε μια σχέση που κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να την κατανοήσει… Η συνεννόησή μας ήταν αυτόματη”. Ο Duke μπορούσε να ξεκινάει το γράψιμο το απόγευμα, ενώ ο Strayhorn κοιμόταν, να συνεχίζει μέχρι τις 2 μετά τα μεσάνυχτα και τότε να ξυπνάει ο Billy και να συνεχίζει το γράψιμο, και να πέφτει για ύπνο ο Duke… Χωρίς να λένε για τη μουσική – μιλούσαν μόνο με τα μάτια!

        Το μυστικό στη σχέση Ellington – Strayhorn ήταν η μουσική: ο Duke ζούσε, ανέπνεε, έτρωγε και έπινε κυρίως μουσική. Και γι’ αυτό αγαπούσε τόσο πολύ τον Billy: γιατί έγραφαν μουσική μαζί, γιατί μοιράζονταν τη ζωή. Πράγματα που δεν θα μπορούσε ποτέ να μοιραστεί με τις αναρίθμητες ανά τον κόσμο γκόμενές του! Μετά τον θάνατο του Strayhorn στα 51 του χρόνια, το 1967, ο 68χρονος Duke Ellington που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε νοιώσει ποτέ να γερνάει (ακούστε τη μουσική του για του λόγου το αληθές), άρχισε να φθίνει. Έστρεψε το βλέμμα του στο θεό – και η μουσική του πήρε απόλυτα ιερές διαστάσεις. Για τον απλό λόγο ότι “ο θεός είναι αγάπη – και η αγάπη είναι η μόνη απάντηση”…

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΝΤΙΟΥΚ ΕΛΛΙΝΓΚΤΟΝ (Duke Ellington)

        Επειδή οι ηχογραφήσεις του Duke Ellington πιάνουν ένα πολύ ευρύ χρονικό φάσμα, επειδή έχουν γίνει σε πολλές και διαφορετικές εταιρείες, και επειδή έχουν γίνει και στην περίοδο του δίσκου γραμμοφώνου και στην περίοδο του LP, δεν μπορούμε να βρούμε μια, απολύτως αντιπροσωπευτική συλλογή. Παρόλα αυτά, υπάρχουν άλμπουμ που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της καριέρας του και παρουσιάζουν ένα αντιπροσωπευτικό σύνολο της μουσικής του.

        Το “Reminiscing in Tempo” (Columbia) περιέχει ηχογραφήσεις από το 1928 ως το 1960 – ανάμεσα στις οποίες και το ομότιτλο κομμάτι, που ηχογραφήθηκε το 1935 και αποτελεί μια από τις πρώτες συνθέσεις εκτενούς φόρμας του Duke. Το “Beyond Category, the Musical Genius of Duke Ellington” (Smithsonian / RCA Special Products) καλύπτει το διάστημα 1927-1967 και περιέχει πολλές από τις πρώτες του επιτυχίες, από τα κορυφαία του κομμάτια γύρω στο ’40 καθώς και αντιπροσωπευτικά δείγματα από τις εκτενείς συνθέσεις του αργότερα. Αποτελεί μια άψογη εισαγωγής στο έργο του Ellington.

        Η BMG έχει κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ, το “Duke Ellington: Greatest Hits” ( RCA Victor) και “More Greatest Hits (RCA Victor). Γενναιόδωρα ως προς τη μουσική, κεντράρονται κυρίως στη δεκαετία του ’40 και είναι ένας καλός τρόπος να μπει κανείς στη μαγεία της μουσικής του Duke. Ομοίως, πολύ καλή ως προς αυτό είναι και η συλλογή της Sony, “This Is Jazz 7: Duke Ellington” (Columbia / Legary). Το “Duke Ellington and Friends: Compact Jazz” (Verve) δίνει μια γενικότερη εικόνα του Duke και των συνεργατών του, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι δεν ήταν πάντα απαραίτητη η παρουσία του για να σφραγίσει τη μουσική.

      1924 – 1942

        Ο Ellington ηχογράφησε πολλά κομμάτια ανάμεσα στα 1924 και τα μέσα του 1926, όμως οι πραγματικά σπουδαίες ηχογραφήσεις του ξεκινούν το Νοέμβριο του 1926 για την Brunswick. Από το σημείο αυτό και μετά, ο μάνατζερ και εκδότης Irving Mills τον ενθάρρυνε να ηχογραφήσει τις δικές του συνθέσεις και κανονίζει ώστε ο Duke να συνεργάζεται με πολλές εταιρείες, ακόμα και με διαφορετικά ονόματα. Το αποτέλεσμα είναι λίγο περίπλοκο καθώς υπάρχουν τουλάχιστον τρεις διαφορετικές αλλά παράλληλες πηγές της πρώιμης μουσικής του Ellington: ηχογραφήσεις που έγιναν για την Brunswick και την Vocalion (και ανήκουν στην MCA), ηχογραφήσεις που έγιναν για την Columbia, την Okeh και άλλες, αρχίζοντας από τον Μάρτιο του 1927 (ιδιοκτησία της Sony) και, ξεκινώντας από τον Οκτώβριο του 1927, οι ηχογραφήσεις που έγιναν για τη Victor (και ανήκουν στην BMG). Τα κομμάτια και από τις τρεις αυτές πηγές υπάρχουν στην αγορά.

        Μια γαλλική σειρά, με τίτλο “The Chronological Ellington” (Classics), αντλεί από κάθε δυνατή πηγή και αρχίζει με ένα άλμπουμ που καλύπτει το διάστημα 1924-1927 και περιέχει δέκα κομμάτια που προηγούνται της πρώτης ηχογράφησης στην Brunswick, τρία από τα οποία είναι συνθέσεις του Duke, ενδιαφέρουσες αλλά όχι ενδεικτικές της ιδιοφυίας που έμελλε να αναπτύξει.

        Όλες οι ηχογραφήσεις που έκανε ο Ellington για την Brunswick ανάμεσα στα 1926 και το 1931 περιέχονται στο τριπλό άλμπουμ “Early Ellington” (Decca). Οι ηχογραφήσεις στην Columbia υπάρχουν στο διπλό “The Okeh Ellington (Columbia), που καλύπτει το διάστημα 1927 – 1930. Επίλεκτες ηχογραφήσεις για τη Victor έχουν κυκλοφορήσει στα “Early Ellington, 1927-1934” (Bluebird), “Jungle Nights in Harlem, 1927-1932” (Bluebird) και “Jubilee Stomp” (Bluebird), που καλύπτει τα χρόνια 1928-1934. Όλες αυτές οι συλλογές έχουν θαυμάσια μουσική, όμως το άλμπουμ της Bluebird, “Early Ellington”, πρέπει να είναι η άμεση προτεραιότητα καθώς μοιάζει με έναν δίσκο “gretest hits” που περιέχει μερικά από τα αριστουργήματα της πρώτης φάσης του Duke, όπως “Black and Tan Fantasie”, “East St. Louis Toodle-oo”, “Black Beauty”, “The Mooche”, “Mood Indigo” και “Rockin’ in Rhythm” (όλα αυτά βρίσκονται και σε ηχογραφήσεις των άλλων εταιρειών). Επίσης, περιέχει τα υπέροχα “Creole Love Call”, “Daybreak Express”, “Solitude”, “Delta Serenade” και το “Stompy Jones”, που δεν βρίσκονται σε άλλους δίσκους της εποχής, καθώς και το “Creole Rhapsody”, πρώτη εκτενή σύνθεση του Duke.

        Η δυναμική της ορχήστρας του Ellington στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του ’30 έχει μια χαλαρή εικόνα στη δισκογραφία. Το κύριο μέρος της ηχογραφήθηκε για την Brunswick και την Columbia ανάμεσα στο 1932 και το 1939. Μερικές από αυτές τις ηχογραφήσεις βρίσκονται στο “Reminiscing in Tempo” και άλλες στο “The Essence of Duke Ellington” (Columbia / Legacy). Οι ηχογραφήσεις του με μικρά γκρουπ αυτής της περιόδου υπάρχουν στο “The Duke’s Men: Small Groups, vol. 1” (Columbia / Legacy).

        Καθώς η ορχήστρα του μεγάλωνε και αναπτυσσόταν, ο Duke συνέχιζε να ηχογραφεί με μικρότερα γκρουπ, στο μέγεθος των ορχηστρών της δεκαετίας του ’20, συνήθως κάτω από το όνομα κάποιου από τα μελή της ορχήστρας του. Πολύ συχνά δοκίμαζε νέες ιδέες με τα μικρά γκρουπ πριν τις ενσωματώσει στο ρεπερτόριο της ορχήστρας, κάνοντας αυτές τις ηχογραφήσεις, από την περίοδο 1934-1937, πραγματικό θησαυρό. Δεκατρία από τα κομμάτια υπάρχουν στο “Back Room Romp” (Portrait).

        Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, το ινστιτούτο Smithsonian εξέδωσε τέσσερα διπλά LP που το καθένα ήταν αφιερωμένα και σε μια χρονιά, ανάμεσα στα 1938 και 1941. Τα άλμπουμ αυτά δεν υπάρχουν πια, όμως έθεσαν τα στάνταρντ πάνω στα οποία μπορούν να κριθούν όλες οι επανεκδόσεις του έργου του Ellington από αυτή την κορυφαία περίοδό του. Από τα τέσσερα αυτά άλμπουμ, μόνο το πρώτο εξεδόθη σε CD: το “Braggin’ in Brass – the Immortal 1938 Year” (Portrait), χωρίς όμως τις θαυμάσιες σημειώσεις του Gunther Schuller. Συνίσταται ανεπιφύλακτα…

        Κομμάτια που επιλέχθηκαν για τα άλμπουμ του Smithsonian για τις χρονιές 1940 και 1941 υπάρχουν στο τριπλό “Duke Ellington: The Blanton-Webster Band” (Bluebird), που καλύπτει το διάστημα 1940-1042. Αυτό το άλμπουμ περιλαμβάνει θεμελιώδεις ηχογραφήσεις του Ellington, όπως “Jack the Bear”, “Ko Ko”, “Concerto for Cootie”, “Never No Lament”, “Harlem Air Shaft”, “Sepia Panorama”, “In a Mellotone”, “Warm Valey”, “Take the “A” Train” , :Blue Serge”, “I Got It Bad (And That Ain’t Good)” και “Chelsea Bridge”. Ένα μόνο άλμπουμ, το “In a Mellotone” (RCA), περιέχει αρκετά από τα καλύτερα κομμάτια του Duke σ’ αυτό το διάστημα – όπως συμβαίνει και με το διπλό “The Essential Recordings” (Le Jazz). Ένα διπλό άλμπουμ, το “The Duke’s Men: Small Groups, vol. 2 1938-1939” (Columbia / Legacy), περιλαμβάνει τις ηχογραφήσεις των μικρών γκρουπ του Ellington στην RCA Victor, me to “The Great Ellington Units” (Bluebird). Μερικές ηχογραφήσεις με σόλο πιάνο από το 1941 καθώς και τα εκπληκτικά ντουέτα του το 1940 με τον μπασίστα Jimmy Blanton υπάρχουν στο “Solos, Duets and Trios’ (Bluebird). Τέλος, το διπλό “Fargo, North Dakota, Noveber 7, 1940” (Vintage Jazz Classics) παρουσιάζει ένα πλήρες live από τον Duke και την ορχήστρα του σε κορυφαία στιγμή – και πολύ καλή ηχητική ποιότητα. Συνίσταται…

     1943 – 1956

        Από τα μέσα του 1942 μέχρι σχεδόν τα τέλη του 1944 ο Ellington δεν έκανε ηχογραφήσεις για κυκλοφορία στην αγορά –και αιτία ήταν φυσικά η απαγόρευση ηχογραφήσεων που είχε κηρύξει η Αμερικανική Ομοσπονδία Μουσικών. Όταν οι μεγάλες εταιρίες δίσκων τα βρήκαν με το σωματείο, η εποχή των μεγάλων ορχηστρών είχε λήξει. Όμως ο Ellington, πριν τελειώσει η “δισκοαπαγόρευση”, είχε βρει τον δρόμο του…

        Το “The Duke Ellington Carnegie Hall Concerts, January 1943” (Prestige), είναι ένα διπλό άλμπουμ που ντοκουμεντάρει την πρώτη συναυλία του Duke στην μεγαλύτερη αίθουσα της Αμερικής. Το πιο σπουδαίο όμως είναι ότι εδώ έχουμε την πρεμιέρα του “Black, Brown and Beige”, του εκτενέστερου (σχεδόν 45 λεπτά) και πιο φιλόδοξου έργου του Ellington. Σ’ αυτό είχε στηρίξει τις ελπίδες του ότι θα αρχίσουν, επιτέλους, να τον θεωρούν ως συνθέτη σοβαρής μουσικής. Απογοητεύτηκε όμως από την κριτική αντιμετώπιση και, πολύ σύντομα σταμάτησε να το παρουσιάζει. Αν και το “Black Brown and Beige” ηχογραφήθηκε ξανά και ξανά (σε πιο σύντομες εκδοχές) τα επόμενα χρόνια, εδώ έχουμε την μοναδική πλήρη ηχογράφησή του.

        Ο Duke συνέχισε να δίνει κονσέρτα στο Carnegie Hall σε σταθερή βάση, παρουσιάζοντας συνήθως νέες σουίτες – τα εκτεταμένα και πιο φιλόδοξα έργα του. Από αυτή την περίοδο των κονσέρτων στο Carnegie Hall έχουν εκδοθεί τα εξής διπλά άλμπουμ: “December, 1944” (Prestige), με την “Perfume Suite” και μις συντομευμένη (περίπου 28 λεπτά) εκδοχή του “Black, Brown and Beige”. “January, 1964” (Prestige), με μια μικρή σουίτα που τιτλοφορείται “A Total Group” και με ένα ακόμα σύνολο κομματιών από το “Black, Brown and Beige”. Και “December, 1947” (Prestige), με την “Liberian Suite”.

        Στα τέλη του 1944, ο Ellington μπορούσε να κάνει ηχογραφήσεις για εμπορική χρίση. Μέχρι το 1946 συνέχισε να ηχογραφεί για την RCA Victor και το υλικό αυτό υπάρχει στο τριπλό “Black, Brown and Beige” (Bluebird), που περιλαμβάνει τέσσερα κομμάτι από το ομώνυμο έργο (18 λεπτά σύνολο), καθώς και επιλογές από την “Perfume Suite” – ενώ υπάρχουν ακόμα αρκετές επανεκτελέσεις κλασικών κομματιών του Ellington, σε νέες ανανεωμένες ενορχηστρώσεις, καθώς και μερικά καινούργια κομμάτια.

Στα τέλη του 1946 ο Ellington ηχογράφησε μερικά κομμάτια για την Mysicraft. Η ηχητική τους ποιότητα είναι χαμηλή, όμως κάποια από αυτά είναι αριστουργήματα, όπως το διμερές “Happy-Go-Lucky Local” που, αργότερα, έγινε σουξέ με τον τίτλο “Night Train” και χωρίς καμιά συνθετική μνεία στον Duke. Αυτά τα κομμάτια έχουν κυκλοφορήσει έκτοτε σε διάφορες εταιρίες και σε διάφορα άλμπουμ όπως “Sir Duke” (Drive Archive) ή “Duke Ellington Orchestra” (LaserLight).

        Το 1950, ο Ellington είχε την πρώτη του ευκαιρία να ηχογραφήσει δίσκο μακράς διάρκειας – και να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές του. Το αποτέλεσμα ήταν το “Masterpieces by Ellington” (Columbia), που περιέχει τέσσερα εκτενή κομμάτια, εκ των οποίων τα τρία είναι μεγάλες και περίπλοκες ενορχηστρώσεις παλαιών του επιτυχιών (“Mood Indigo”, “Sophisticate Lady”, “Solitude”) ενώ η σουίτα “The Tattooed Bride” συμπληρώνει το δίσκο.

        Ηχογραφημένο το 1952, το “Ellington Uptown” (Columbia), ήταν ακόμα πιο πετυχημένο. Πάνω στα ίδια χνάρια με το προηγούμενο, το άλμπουμ αυτό περιέχει εκτενής ενορχηστρώσεις των “Take the “A” Train”, “The Mooche”, “Pertido” σε συνδυασμό με τις σουίτες “A Tone Parallel to Harlem” (γνωστή και ως “Harlem Suite” απλώς “Harlem”) και “The Controversial Suite”. Αν και πολλοί από τους μουσικούς του Duke είχαν “αποστατήσει” την προηγούμενη δεκαετία (για παράδειγμα από την παλιά ορχήστρα μόνο ο Harry Carney, o Ray Nance ο Juan Tizol, είχε επιστρέψει πρόσφατα, είχαν μείνει), το σύνολο είναι σφιχτό και η ενθουσιώδης ερμηνεία εμφανής. Το “Ellington Uptown” είναι ένα άλμπουμ απαραίτητο.

        Στην περίοδο αυτή, ο ενθουσιασμός – ίσως και η αυτοπεποίθηση – του ίδιου του Duke είχε κάπως ελαττωθεί. Συνέθετε όλο και πιο λίγο και απέφευγε τις σουίτες. Όμως, άρχισε να καλλιεργεί περισσότερο την πιο ξεχασμένη του ιδιότητα: αυτή του πιανίστα. Το 1950 ηχογράφησε μια σειρά από πιανιστικά ντουέτα με τον Billy Strayhorn, περιέχονται στο άλμπουμ “Great Times” (Riverside). Τα κομμάτια αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα καθώς ξετυλίγουν την πιανιστική υφή δύο αλληλοσυμπληρωματικών καλλιτεχνών. Ηχογραφημένο το 1935, το “Piano Reflections” (Capitol Jazz), παρουσιάζει τον Duke με πιάνο τρίο σε καινούργια κομμάτια – και μερικά παλιά. Ώριμο, μεστό και εφευρετικό παίξιμο που αποδεικνύει την πραγματική του τζαζ φύση. Πέρα από αυτό όμως οι ηχογραφήσεις του στην εκείνη την περίοδο δεν γέννησαν επιτυχίες.

        Στις αρχές του 1956, ο Ellington ηχογράφησε δύο άλμπουμ στην Bethlehem, το Historically Speaking” και το “Duke Ellington Presents”. Μια επιλογή από αυτά τα δύο υπάρχει στο “Ellington ‘56” (Affinity / Charly) και δείχνει την ορχήστρα σε εξαιρετική φόρμα, να αναβιώνει όμορφα το ένδοξο παρελθόν. Σημαντικό γεγονός ήταν και η επανένταξη στην ορχήστρα, μετά από απουσία τεσσάρων ετών, του σαξοφωνίστα Johnny Hodges.

        Πέντε μήνες μετά τις ηχογραφήσεις στην Bethlehem, η ορχήστρα του Duke Ellington που έπαιξε στο Newport Jazz Festival ήταν μια εντελώς διαφορετική ορχήστρα – αν και δεν υπήρχαν καθόλου αλλαγές στους μουσικούς. Ενέργεια και εκπληκτικό σουίνγκ ήταν τα χαρακτηριστικά της και η εμφάνιση του Ellington στο Newport προκάλεσε αίσθηση διεθνώς. Επίσης, έδωσε και το πιο εμπορικό του άλμπουμ, το “Ellington at Newport” (Columbia). Διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της μουσικής του Duke (υπάρχει μια σουίτα ειδικά για την περίσταση, υπάρχουν οι παλιές του συνθέσεις, όμως το σόλο σαξόφωνο του σαξοφωνίστα Paul Gonsalves στο “Diminuendo and Crescendo in Blue” είναι αυτό που πραγματικά απογειώνει και αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις του ακροατή. Το “Ellington at Newport” είναι μια κορυφαία στιγμή στη δισκογραφία του Duke και της τζαζ –ιδίως τώρα που κυκλοφορεί σε διπλό CD, με τίτλο “The Complete Ellington At Newport” (Columbia), με όλο το επιπλέον υλικό που δεν έχει περιληφθεί στην αρχική έκδοση του LP ή είχε εκδοθεί σε άλλα LP (όπως Duke Ellington and the Buck Clayton All-Stars at Newport” – Columbia).

     1956 – 1974

        Μετά το Newport, το δισκογραφικό έργο του Ellington είναι τεράστιο: πολλά άλμπουμ που εκδόθηκαν σε διάφορες εταιρίες καθώς και ηχογραφήσεις που έγιναν με πρωτοβουλία του ίδιου του Duke – αρκετές εκ των οποίων κυκλοφόρησαν μετά τον θάνατό του. Παρακάτω, καταγράφουμε τα πιο σημαντικά…

        “A Drum is a Woman” (Columbia). Η πρώτη προσπάθεια του Ellington μετά το Newport να επαναφέρει τα συνθετικά του πρότυπα σε ένα χώρο πέρα από τη συμβατική τζαζ και την χορευτική μουσική.

        “Studio Sessions, Chicago, 1956” (LMR). Το πρώτο άλμπουμ στη σειρά “Private Collections”. Τα περισσότερα κομμάτια έχουν ηχογραφηθεί τον Μάρτιο του 1956, και έτσι προηγούνται του ιστορικού κονσέρτου στο Newport. Δίσκος γεμάτος ενέργεια – αλλά κάτι συναρπαστικό.

        “Ellington Indigos” (Columbia). Δίσκος του 1957 με στόχο την αγορά της “easy listening” μουσικής – αλλά πολύ όμορφος.

        “Black, Brown and Beige” (Columbia). Αυτή η εκδοχή από το 1958 της πιο φιλόδοξης μουσικής προσπάθειας του Duke, δεκαπέντε χρόνια μετά την πρεμιέρα της, παρουσιάζεται σαν όχημα για τη φωνή της μεγάλης τραγουδίστριας των γκόσπελ, της Mahalia Jackson. Χαρακτηριστική είναι η παρουσία του βιολιού του Ray Nance – αντί του σαξοφώνου του Johnny Hodges. Και βέβαια, η ερμηνεία της Mahalia Jackson είναι εκπληκτική – ειδικά στο “Come Sunday”.

        “Live At Newport 1958” (Columbia/Legacy). Επιστρέφοντας στη σκηνή όπου είχε θριαμβεύσει, ο Ellington ήταν προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει ένα χιπ και με κατάλληλη γνώση κοινό. Το ρεπερτόριό του βασιζόταν κυρίως σε πρόσφατες συνθέσεις του.

        “Dance Concerts, California, 1958” (LMR). Ένας χορός σε μια αεροπορική βάση είναι η αφορμή για να επιδείξει ο Ellington τη γεμάτη φινέτσα αίσθησή του για το σουίνγκ. Άκρως απολαυστικό άλμπουμ – και το δεύτερο στη σειρά “Private Collection”.

        “Blues in Orbit”. (Columbia). Sessions ηχογραφήσεις στις αρχές του 1958 και στα τέλη του 1959 με καθαρό όχημα τον ήχο του μπλουζ.

        “Duke Ellington Live! At the Newport Jazz Festival ‘59” (Emarcy). Ακόμα μια παρουσία στο Newport, που περιέχει το “Idiom ‘59” – μια σύνθεση ειδικά για την εν λόγο περίσταση.

        “The Ellington Suites” (Pablo). Περιέχει την “Queen’s Suite”, ένα έργο του 1959, αφιερωμένο στη βασίλισσα Ελισάβετ. Όσο ζούσε ο Ellington, μόνο ένα αντίτυπο και είχε σταλεί στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ. Όμορφη σουίτα – που συμπληρώνεται εδώ από την “Goutelas Suite” 1971 και την “UWIS Suite” 1972.

        “Anatomy of a Murder” (Columbia). Πολλοί θεωρούν ότι αυτό το σάουντρακ του 1959 είναι από τα καλύτερα έργα του Ellington.

        “Jazz Party” (Columbia). Άλλη μια Sessions του 1959, με την “Toot Suite”μέσα σε ένα εν γένει ασυνήθιστο πρόγραμμα με την παρουσία του Dizzy Gilespie και του Jimmy Rushing.

        “Duke Ellington and Jonny Hodges Play the Blues Back to Back” (Verve). Αυτή η Sessions του 1959 παρουσιάζει τον Duke και τον Hodges να παίζουν μερικά κλασικά μπλουζ με σεξτέτο. Πολύ καλό άλμπουμ που δείχνει την ικανότητα του Duke σαν μουσικού.

        “Duke Ellington and Jonny Hodges: Side by Side” (Verve). Πολύ ικανοποιητικό συμπλήρωμα του παραπάνω άλμπουμ – και πολύ πιο κοντά στο ύφος του Ellington.

        “Louis Armstrong and Duke Ellington: The Complete Sessions” (Roulette). Ο Duke στο πιάνο σε ένα σεξτέτο του Armstrong(στο οποίο συμμετέχει και πρώην συνεργάτης του Ellington, ο κλαρινετίστας Barney Bigard) σε μια σειρά από κομμάτια του Ellington. Δυο γίγαντες της τζαζ που δίνουν ένα μοναδικό στυλ.

        “Three Suites” (Columbia). Ηχογραφημένο το 1960, συνδυάζει την εμπνευσμένη από τον Steinbeck, “Suite Thursday” καθώς και περίεργες διασκευές της “Nutcracker Suite” του Τσαϊκόφσκι και της “Peer Gynt Suite” του Γκριγκ.

        “Duke Ellington Meets Count Basie” (Columbia). Συνάντηση των γιγάντων του σουίνγκ – με τις ορχήστρες τους, σε κοινά μοιρασμένο έδαφος.

        “Duke Ellington Meets Coleman Hawkins” (Impulse). Χωρίς καμιά έκπληξη, αυτή η ηχογράφηση του 1962 παρουσιάζει τον “εφευρέτη” του σαξοφώνου της τζαζ να ταιριάζει απόλυτα μέσα στο κλίμα της μουσικής του Ellington.

        “Duke Ellington, Charles Mingus, Max Roach: Money Jungle” (Blue Note). Ο Ellington, απόλυτα αναγνωρίσιμος μέσα σε ένα “μοντέρνο” μουσικό περιβάλλον. Πανέμορφο άλμπουμ – χωρίς τίποτα το επαναστατικό!

        “Duke Ellington & John Coltrane” (Impulse). Η πιο ασυνήθηστη – και μη αναμενόμενη – από τις συνεργασίες του Duke, είναι παράλληλα και η πιο αξιόλογη. Έντονες μουσικές στιγμές – άλλοτε με τη σφραγίδα του Ellington και άλλοτε με τον Coltrane.

        “Featuring Paul Gonsalves” (Fantasy). Σε αυτή τη Sessions του 1962, μοναδικός σολίστ είναι ο μεγάλος – αλλά ίσως υποτιμημένος – σαξοφωνίστας Paul Gonsalves. Το αποτέλεσμα έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον…

        “Studio Sessions, New York, 1962” (Saja). Το τριπλό άλμπουμ της σειράς “Private Collection”, περιλαμβάνει πολλά σόλο του Paul Gonsalves, σηματοδοτεί την επανασύνδεση του Cootie Williams με την ορχήστρα μετά από 22 χρόνια και έχει τη σπάνια στιγμή να ακούγεται από τον Duke μια σύνθεση του Thelonious Monk.

        “Recollections of the Big Band Era” (Atlantic Jazz). Ακούγεται ίσως αστείο η μεγαλύτερη μπάντα στην ιστορία της τζαζ να παίζει άλλα κομμάτια από την τζαζ των μεγάλων ορχηστρών – και όχι δικά της. Έχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον στο πως ο Duke και ο Strayhorn ανασυνθέτουν αυτά τα στάνταρντς. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 1962-1963.

        “Afro-Bossa” (Discovery). Ένα από τα μεγάλα έργα του Ellington – ηχογραφημένο στα τέλη του 1962 και στις αρχές του 1963. Νέες συνθέσεις, με καθαρά “εξωτικές” προδιαγραφές, με την ορχήστρα επηυξημένη με ένα σύνολο κρουστών.

        “The Symphonic Ellington” (Discovery). Έργο του 1963, με την ορχήστρα του Ellington επηυξημένη με μουσικούς της κλασικής – και με πανέμορφα τα “Night Creature” και “Harlem Suite”.

        “The London Conserts” (MusicMasters Jazz). Συνδυασμός δύο διαφορετικών κονσέρτων, του 1963 και του 1964, με πολύ καλά ισορροπημένο ρεπερτόριο. Περιλαμβάνει εκτελέσεις του “Harlem” και του “Diminuendo and Crescendo in Blue”.

        “The Great Paris Concert” (Atlantic Jazz). Από τα κονσέρτα στο Παρίσι τον Φεβρουάριο του 1963, αυτό το άλμπουμ δίνει μια πανοραμική άποψη του ρεπερτορίου του Ellington εκείνης της περιόδου. Πολλά παλιά καλά κομμάτια συνδυάζονται με νεώτερα – καθώς και με το Thursday” και το “Harlem”.

        “In the Uncommon Market” (Pablo). Στιγμιότυπα από κονσέρτα στην Ευρώπη – της ίδιας περιόδου. Και τρία κομμάτια ηχογραφημένα με τρίο από ένα “ιδιωτικό” ρεσιτάλ!

        “Studio Sessions, New York, 1963” (Saja). Το τέταρτο άλμπουμ της σειράς “Private Collection” περιέχει κυρίως νέο υλικό και αποτελεί πρόκληση για ευχάριστη και ενδιαφέρουσα ακρόαση.

        “Studio Sessions: New York, Chicago 1965, 1971” (Kaz). Είναι το 8ο άλμπουμ της σειράς “Private Collection”. Περιέχει την τελική εκδοχή του “Black, Brown and Beige”, που πλησιάζει κατά πολύ την αρχική εκτέλεση του 1943 και, βέβαια πολύ ανώτερη σε ποιότητα ηχογράφησης.

        “The Far East Suite” (Bluebird). Μια από τις τελευταίες συνεργασίες των Ellington και Strayhorn και, βέβαια, από τις καλύτερές τους. Είναι εμπνευσμένη από την πρώτη ασιατική τουρνέ της ορχήστρας το 1963. (Εδώ πρέπει να πούμε ότι η τουρνέ αυτή περιελάμβανε Λευκωσία Αθήνα και Θεσσαλονίκη, όμως η δολοφονία του Κένεντι βρήκε την τουρνέ στην Άγκυρα – και, φυσικά, ματαιώθηκε το υπόλοιπο μέρος της). Η σουίτα ηχογραφήθηκε το 1966.

        “Ella Fitzgerald and Duke Ellington: Cote d’Azur Concerts” (Verve). Το πακέτο της κοινής εμφάνισης του Duke και της Ella στην Κυανή Ακτή το 1966 σε πολυτελή συσκευασία.

        “Soul Call” (Verve). Και το original άλμπουμ του παραπάνω box. Συνοπτικό, φιλτραρισμένο, άψογο

        “The Duke Ellington Small Bands: The Intimacy of the Blues” (Fantasy). Μια Sessions του 1966 που θυμίζει τα μικρά γκρουπ του Duke της δεκαετίας του ’30 και κάποιες ηχογραφήσεις του 1970 – μερικές εκ των οποίων με τον οργανίστα Wild Bill Davis.

        “The Popular Duke Ellington” (RCA). Κάτι σαν greatest hits – ηχογραφημένο επί τούτου όμως, το 1966. Θαυμάσια μουσική, θαυμάσιες διασκευές, θαυμάσιος ήχος…

        “And His Mother Called Him Bill” (Bluebird). Ένα έργο του 1967, εις μνήμην του Bill Strayhorn , που πέθανε στις αρχές της χρονιάς. Μια μουσική γεμάτη πάθος …

        “Yale Concert” (Fantasy). Ηχογράφηση του 1968 με σχετικά ασυνήθιστο ρεπερτόριο – αλλά και με ένα έντονο medley από τον Johnny Hodges.


        “Second Sacred Concert” (Prestige). Τα Sacred Concert του Ellington ήταν πολύ σημαντικά γι’ αυτόν στην τελευταία περίοδό του. Στην ηχογράφηση αυτή του 1968, η μπάντα αυξάνεται με χορωδίες και φωνές – ιδιαίτερα αυτή της Alice Babs. Η μουσική αποτελεί μια ισχυρή έκφραση της πίστης του Duke.

        “Studio Sessions, New York, 1968” (Saja). Υπ’ αριθμόν εννέα άλμπουμ της σειράς “Private Collection”, με πολλά από τα κομμάτια του να παρουσιάζουν τον σαξοφωνίστα Harold Ashby, το πιο νέο μέλος της ορχήστρας τότε. Ένας πολύ καλός δίσκος με νέο υλικό και επανεκτελέσεις παλιών κομματιών.

        “The Suites New York, 1968 & 1970” (Saja). Το πέμπτο volume της “Private Collection”, από τα αρχεία του Duke, μας δίνει την “Degas Suite”, σάουντρακ για ένα ντοκιμαντέρ που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, με μια μειωμένη μορφή της ορχήστρας. Η πλήρης ορχήστρα ακούγεται στο μπαλέτο “The River”, σε μια ηχογράφηση που χρησιμοποιήθηκε μόνο για τις πρόβες του χοροθεάτρου Alvin Ailey.

        “Latin American Suite” (Fantasy). Η ηχογράφηση αυτή του 1968 (και του 1970) “χάνει” σε σχέση με τη φινέτσα που χαρακτηρίζει το γενικότερο έργο του Ellington, όμως δείχνει ότι ακόμα και σε πιο χαμηλά επίπεδα, ο Duke δίνει πολύ ευχάριστη μουσική. Σε σχ΄ση με το συνθετικό επίπεδο, ίσως εδώ παρατηρείται χαρακτηριστικά η απουσία του Strayhorn.

        “New Orleans Suite” (Atlantic). Το έργο αυτό δείχνει ότι στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Ellington ήταν σε θέση να δίνει πραγματικά έργα τέχνης. Ηχογραφημένη το 1970, η σουίτα αυτή περιλαμβάνει και τις τελευταίες ηχογραφήσεις του Johnny Hodges, που πέθανε πριν το άλμπουμ ολοκληρωθεί.

        “The Afro-Eurasian Eclipse” (Fantasy). Όπως σε πολλά από τα πρώτα κομμάτια του Ellington, η έμπνευση που προέρχεται από εξωτερικούς ήχους μακρινών τόπων, λειτουργεί άψογα. Ηχογραφήθηκε το 1971.

        “Togo Brava Suite” (Blue Note). Από ηχογραφήσεις δύο κονσέρτων στην Αγγλία το 1971 και με δεδομένο ότι η μπάντα του Duke είναι πιο αδύναμη, εντούτοις υπάρχουν θαυμάσιες στιγμές εδώ – με επίκεντρο την ομότιτλη σουίτα, όπου ο φλαουτίστας Norris Turney κάνει tribute στον εκλιπόντα Johnny Hodges.

        “Live at the Whitney” (Impulse). Σόλο και τρίο από ηχογράφηση του 1972. Μουσική με μεγάλη άνεση

        “Duke Ellington and Ray Brown: This One’s for Blanton” (Pablo). Δίσκος ηχογραφημένος το 1973, που αναβιώνει τα κλασικά ντουέτα του Ellington με τον μπασίστα Jimmy Blanton.

        Τα παραπάνω καταγράφουν δισκογραφικά το μεγάλο σύνολο της μουσικής του Duke Ellington. Πιθανόν να λείπουν κάποιες εκδόσεις ή στο μέλλον να δούμε και άλλες εκδόσεις του Duke Ellington. Εξάλλου η παρόν προσπάθεια σε καμιά περίπτωση δεν θέλει να αποσπάσει τον χαρακτηρισμό της τέλειας εξάλλου στον κόσμο αυτό πόσα πράγματα είναι τέλεια; Εκτός ίσως από την μουσική του Duke…

Πηγές:

   - Jazz & Τζαζ, τεύχος 70, Ιανουάριος 1999, άρθρο του Γιώργου Χαρωνίτη

   - Jazz & Τζαζ, τεύχος 82, Ιανουάριος 2000, άρθρο του Γιώργου Χαρωνίτη

   - Βικιπαίδεια



ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

(ακούστε στο YouTube)

Caravan: Κλικ εδώ

Solitude: Κλικ εδώ

C Jam Blues: Κλικ εδώ

Rockin In Rythm: Κλικ εδώ

Take The A Train: Κλικ εδώ

Blues to be there: Κλικ εδώ

Duke Ellington trio – 1967: Κλικ εδώ

It don't mean a thing (1943): Κλικ εδώ

Just Teeze Me - Louis Armstrong & Duke Ellington: Κλικ εδώ

Sophisticated Lady - Duke Ellington and his orchestra: Κλικ εδώ

In a Sentimental Mood Duke Ellington and John Coltrane: Κλικ εδώ

Fleurette Africaine (Duke Ellington, Charles Mingus and Max Roach): Κλικ εδώ

It Don't Mean A Thing If It Ain't Got That Swing (Ella Fitzgerald & Duke Ellington): Κλικ εδώ

Επίσημο site για τον Duke Ellington: http://www.dukeellington.com/

ΠΗΓΗ: 
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: 
VIDEOS: 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου